28 Σεπτεμβρίου 2016

1350 μέρες

Δεν τους γουστάρω μια τους αποχαιρετισμούς.  Οι αποχαιρετισμοί, εδώ και πολλά χρόνια, είναι ένα από τα αδύναμα σημεία μου. Δε μπορώ –κυρίως- τα αεροδρόμια, τα κτελ, τις αμήχανες χαιρετούρες σε πεζοδρόμια, μετρό, αυτοκίνητα, δε μπορώ τις πόρτες που κλείνουν και κλειδώνουν με τον έναν από μέσα και τον άλλον απ' έξω, δε μπορώ τα «θα τα πούμε ρε, καλό ταξίδι», τα «εννοείται θα κανονίσουμε, δε θα χαθούμε», δε μπορώ οτιδήποτε τέτοιο. Δε μ' αρέσουν καθόλου οι αποχαιρετισμοί παντός τύπου τελικά, αλλά ιδιαιτέρως οι διαρκείας: όπως ονομάζω τελευταία τους αποχαιρετισμούς εκείνους των οποίων η αντάμωση αργεί πολύ, και μερικές φορές δεν έρχεται και ποτέ. 
Είναι σίγουρα ένα δακρύβρεχτο κείμενο, το οποίο θα αποχαιρετήσει με τον δικό μου τρόπο κάτι το οποίο καιρό τώρα έλεγα πως έπρεπε να τελειώσει. Όσοι με ξέρουν καλά, γνωρίζουν την τεράστια δυσκολία μου να αποφασίσω για κάτι, ειδικά κιόλας όταν σε αυτό το κάτι είμαι χωμένη βαθιά. Μου πήρε πολύ καιρό, πολλή σκέψη και πολύ ζύγι για να φτάσω έως εδώ. Αλλά έφτασα. Και από τη μια νιώθω μια βαθύτατη θλίψη για την απόφαση μου και από την άλλη νιώθω μια ανακούφιση. 
1350 μέρες πέρασα άλλωστε εκεί μέσα. Πως μπορεί να γίνει τόσο εύκολο; Και δεν ήταν μόνο ο χρόνος, ήταν και οι άνθρωποι. Πολλοί άνθρωποι. Άλλοι για καλό, άλλοι για κακό και άλλοι για το τίποτα.
Σκέφτομαι την πρώτη φορά που μπήκα εκεί μέσα και τη θυμάμαι σαν όνειρο. Σα να πέρασαν εκατοντάδες χρόνια από τότε, σα να είναι σκηνή από μια ταινία που είχα δει πριν πολύ καιρό και μου έμεινε ανεξίτηλη.
1350 μέρες είναι πάρα πολλές. Είναι σχεδόν τέσσερα χρόνια. Είναι πολύς ο καιρός, είναι πολλές οι αναμνήσεις, πολλά τα μαθήματα, πολλή η γκρίνια μου. Από τις 1350, τις 1340 νομίζω γκρίνιαζα. Ξάπλωνα το βράδυ κι έπαιρνα την απόφαση - που λέγαμε νωρίτερα ότι αποφασίζω εύκολα- ότι την επόμενη θα παραιτηθώ, γιατί έτσι, γιατί κουράστηκα. Την επόμενη το ξεχνούσα. ‘Η το προσπερνούσα. Είχα τις αντοχές να μείνω. Και κυρίως την επιθυμία.
Ναι, παραδέχομαι ότι για τις 1350 μέρες που έμεινα στη δουλειά αυτή, δεν έφταιγε τίποτα άλλο παρά η απίστευτη, ενδόμυχη όμως, επιθυμία μου να είμαι εκεί.  Το γιατί, μια άλλη φορά, διότι ακόμα και τώρα δεν ξέρω να απαντήσω με σιγουριά. Ένα μιξ συνήθειας και συναισθηματικού δεσίματος με τους ανθρώπους, με το χώρο, με το γραφείο μου ξέρω’ γω. Αλλά δεν είμαι απόλυτα σίγουρη.
1350 μέρες στην ίδια οδό, από Δευτέρα έως Παρασκευή, ένα απλό τετραωράκι - δε μιλάμε για δέκα ώρες τη μέρα- ήταν πολύ τελικά.  Ήταν απεριόριστα πολύ.
Πέρασαν όμως μέρες εκεί μέσα -μπορεί και μήνες-. που αν δεν υπήρχε το «εκεί μέσα», δε θα την είχα παλέψει στη ζωή μου εκεί έξω. Διότι η ζωή μου εκεί έξω ήταν, ανά περιόδους, ό, τι χειρότερο κυκλοφορούσε στην πιάτσα. Υπήρχαν όμως και μέρες που επειδή η ζωή μου εκεί έξω ήταν όπως την ήθελα, το γεγονός ότι βρισκόμουν την επόμενη εκεί μέσα ήταν κάτι που ας πούμε, μερικές στιγμές ένιωθα ότι δηλητηριάζει την καθημερινότητα μου.
Και κάπως έτσι πήγαινε. Είναι γνωστό, πάλι για όσους με ξέρουν καλά, πως δεν είμαι καθόλου σταθερός άνθρωπος. Και αυτό είχε φοβερό αντίκτυπο στα παραπάνω που ανέφερα διότι μονίμως ανακαλούσα τις αποφάσεις μου.
1350 μέρες και στις 10.00 ένιωθα εγκλωβισμένη, ενώ στις 12.00 γελούσα στο διάλειμμα και σκεφτόμουν ότι «περνάω πολύ ωραία, ας κάτσω λίγο ακόμα εδώ και βλέπουμε».  
Και καθόμουν. Είχα λόγους να κάθομαι οι οποίοι, ανά περιόδους ξαναλέω, ήταν εντελώς διαφορετικοί.
«Για κάνα δυο μήνες» σκεφτόμουν εκείνον τον απίστευτα μακρινό πια Δεκέμβρη του ’12, όποτε και πήγα στην εταιρία. Πρέπει να γελούσε όλο το σύμπαν όταν τα έλεγα αυτά, διότι οι δύο μήνες… έγιναν 45.
1350 μέρες μετά και προσπαθώ να θυμηθώ πολλά, που πια δεν τα θυμάμαι καθαρά και κάποια δεν τα θυμάμαι σχεδόν καθόλου. Θυμάμαι ανθρώπους όμως κι αυτούς δε θα τους ξεχάσω.
Ανθρώπους με τους οποίους δεν πίστευα με τίποτα ότι αυτήν τη στιγμή θα είναι φίλοι μου, ότι θα έχουμε πιει ό, τι αλκοολούχο υπήρχε στη γειτονιά της εταιρίας, θα έχουμε πει εσώψυχα και εξώψυχα, θα έχουμε μοιραστεί πόνους, χαρές και τα συναφή. Το λέω με απόλυτη σοβαρότητα, ότι όχι μόνο δεν το περίμενα, αλλά νομίζω ότι αρχικά δεν το ήθελα κιόλας καθόλου.
Κι όμως συνέβη. Όπως συμβαίνουν πολλά που δεν πιστεύεις ότι θα συμβούν. Και ξέρω πως με τους περισσότερους θα χαθώ, γιατί έτσι είναι η ζωή, γιατί όταν χάνεις το κοινό σημείο, σιγά-σιγά χάνονται και τα υπόλοιπα. Η ζωή κάνει τη βόλτα της και δε ρωτάει. Σε παίρνει από το χεράκι και σε πάει. Σ' αρέσει δε σ' αρέσει, είτε έτοιμος είτε ανέτοιμος, θα προχωρήσεις. 
Πλέον, ξέρω με σιγουριά ότι το να αποχαιρετάς την πρώτη σου δουλειά και κάποιους ανθρώπους με τους οποίους πραγματικά πέρασες τόσο καιρό μαζί τους είναι πολύ δύσκολο. Το να κλείνεις την πόρτα και να φεύγεις από κάτι το οποίο αγάπησες τόσο πολύ, μερικές φορές πονάει, αλλά όλα κάνουν τον κύκλο τους και κάποια στιγμή ο κύκλος ολοκληρώνεται. Κι αυτό τις περισσότερες φορές το νιώθεις, το μυρίζεσαι. Αισθάνεσαι πως ήρθε η στιγμή να τα μαζέψεις και να φύγεις, να κλείσεις ήσυχα-ήσυχα την πόρτα, να κρατήσεις τις αναμνήσεις, να καταγράψεις προσεκτικά ό, τι έμαθες αυτές τις 1350 μέρες, να ευχαριστήσεις τους γύρω σου και να περάσεις τη λεωφόρο για το νέο σου ξεκίνημα. Όποιο κι αν είναι αυτό - δεν έχει σημασία.
Κάθε φορά που θα περνάω από κάτω, θα κοιτάζω ψηλά και θα βλέπω τον 3ο, τον 5ο και το μπαλκόνι του 6ου, θα ψιθυρίζω «εδώ κάποτε ήταν το πρώτο μου σπίτι», θα εύχομαι να είστε όλοι καλά και θα συνεχίζω την πορεία μου χαμογελώντας.
Καλή τύχη σε όλους σας,




Κωνσταντίνα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου