7 Αυγούστου 2016

heart VS mind

Άνοιξε την πόρτα σιγά και κοίταξε το χώρο γύρω της. Απόλυτη ησυχία. Βγήκε από το δωμάτιο και περπατούσε στο μακρύ διάδρομο που ξεχυνόταν μπροστά της αργά, στις μύτες των ποδιών μην τυχόν και ξυπνήσει το συγκάτοικο της. Έφτασε μισό βήμα πριν το σαλόνι και κοίταξε να δει τι γίνεται. Ήταν εκεί, όπως πάντα. Καθόταν στη μεγάλη του πολυθρόνα και διάβαζε.
Κ: Εδώ είσαι?
Μ: Εδώ.
Η απάντηση του της έδωσε τη σιγουριά να κάνει ένα βήμα παραπάνω για να πλησιάσει την πολυθρόνα του. Συνεχίζοντας να πατάει στις μύτες των ποδιών λες και της έμεινε κουσούρι από πρωτύτερα, ρώτησε δειλά: τα 'μαθες?
Μ: Αμ πως δεν τα έμαθα!
Κ: Και... τι έχεις να πεις?
Το Μ αναστέναξε και έπιασε τα μπράτσα της μεγάλης πολυθρόνας του. Η πολυθρόνα βρισκόταν μπροστά από το παράθυρο και δεν της άλλαζε ποτέ θέση. Ήταν μεγάλη, παλιά, άνετη και σκούρα μπορντό. Ήθελε να χαζεύει το δρόμο, τις γκρίζες πολυκατοικίες με τις σκισμένες τέντες, τα σύννεφα που αν κοιτούσες προσεκτικά κουνιόνταν πολύ γρήγορα και φυσικά τους περαστικούς -  όσους δηλαδή μπορούσε να διακρίνει από τη θέση του.
Σε κλάσματα δευτερολέπτου του πέρασαν από το μυαλό δεκάδες απαντήσεις που θα μπορούσε να δώσει στην ερώτηση που μόλις του έγινε, αλλά μόνο μια του έμοιαζε σωστή - αυτή που ήταν πέρα για πέρα αληθινή: Καλά να πάθεις Κ, είπε με μια φωνή και την κοίταξε κατάματα.
Κ: Καλά να πάθω? Αυτό έχεις να πεις? ρώτησε με τα μάτια της καρφωμένα στα δικά του.
Μ: Ναι Κ. Αυτό έχω να πω. Μόνο αυτό. Άλλωστε πόσες φορές να στα πω πια? Πόσες φορές να σου υπαγορεύσω τι θα ήταν το καλύτερο για σένα? Ξέρεις! Τ'ακούς; Ξέρεις!
Η Κ κοίταξε κάτω απογοητευμένη. Απογοητευμένη όχι από τα λόγια που μόλις άκουσε, αλλά από τον εαυτό της. Τα λόγια ήταν σωστά και τα είχε ακούσει πολλές φορές στο παρελθόν. Της άξιζε μια ακόμη κατσάδα και το ήξερε και η ίδια. Ο πόνος που ένιωθε δεν ήταν για κάτι άλλο, παρά μοναχά για τον εαυτό της.
Κ: Είμαι πλήρως απογοητευμένη, το καταλαβαίνεις? Πως μπόρεσα να μου το κάνω ξανά αυτό? είπε και ξέσπασε σε κλάματα. Έκατσε στο πάτωμα και έκλαιγε με λυγμούς. Το Μ την παρακολουθούσε από την πολυθρόνα του ξέροντας ότι δεν έπρεπε να επέμβει εκείνη την στιγμή, αλλά τελικά δεν κρατήθηκε: Σταμάτα. Μην κλαις. Μην κλαις σου λέω. Σταμάτα. Όλα θα πάνε καλά. Όλα θα φτιάξουν.
Η Κ όσο κι αν άκουγε τα λόγια του, δε μπορούσε να σταματήσει. Ίσως και να μην ήθελε, ποιος ξέρει.
Το Μ όμως ήταν αποφασισμένο πως αυτή τη φορά δε θα την παρηγορούσε διόλου για ό,τι είχε πάθει. Ήταν η χιλιοστή φορά που εμφανιζόταν στο σαλόνι σε αυτά τα χάλια και δε μπορούσε πια να το ανεχτεί. Άρχισε να εκνευρίζεται μαζί της.
Σηκώθηκε πάνω αποφασιστικά και με σταυρωμένα χέρια αναφώνησε:
Σε έχω βαρεθεί. Κάθε φορά τα ίδια. Δε μαθαίνεις με τίποτα. Δε σε καταλαβαίνω. Δεν καταλαβαίνω τι παθαίνεις κάθε φορά και καταλήγεις στο ίδιο σημείο. Στην αρχή ξεκινάς μια χαρά. Προσεκτικότατη σε όλες σου τις κινήσεις. Μετά από λίγο όμως, λες και μπαίνει ο διάολος μέσα σου και τα κάνεις όλα ρημαδιό. Και τώρα έρχεσαι να με ρωτήσεις εάν τα έμαθα και τι έχω να σου πω. Δεν έχω να σου πω τίποτα, πέρα από το ότι όλα αυτά είναι συνέπειες των επιλογών σου. Στα έλεγα κάθε μέρα, κάθε λεπτό όντας καθισμένος σε αυτήν εδώ την πολυθρόνα και πάντα προσπαθούσα να σε προλάβω πριν δράσεις, πριν κάνεις οτιδήποτε. Αλλά ποτέ δε σε προλάβαινα, πάντα με προλάβαινες εσύ.
Η Κ σήκωσε το κεφάλι της σιγά σιγά και τον κοίταξε. Στεκόταν μπροστά της με τα χέρια του σταυρωμένα σα μαινόμενος ταύρος. Τον κοιτούσε λυπημένη και ήξερε πως ό,τι κι αν του έλεγε θα κατέληγαν σε έναν αιώνιο καβγά. Άλλωστε ό,τι καβγά είχαν ξεκινήσει, δεν είχαν καταφέρει σχεδόν ποτέ να τον τελειώσουν οριστικά. Πάντα τον άφηναν στη μέση γιατί κάτι άλλο προέκυπτε και με κάτι άλλο έπρεπε να ασχοληθούν.
Κ: Ξέρεις ότι δε μπορώ να το ελέγξω. Το ξέρεις. Μην παριστάνεις ότι δεν το ξέρεις. Στο τέλος θα μου πεις ότι τα κάνω όλα επίτηδες. Δε φταίω εγώ, φταίει κάτι άλλο. Φταίνε όλα αυτά που νιώθω ταυτόχρονα και που μου δημιουργούν ένα αίσθημα ότι θα σπάσω, ότι θα γίνω χίλια κομμάτια, ότι αν δεν κάνω κάτι σύντομα δε θα αντέξω και γι'αυτό δρω όσο πιο γρήγορα γίνεται, για να μη νιώθω άλλο έτσι. Μη με κατηγορείς. Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Αλλά τι λέω. Δεν καταλαβαίνεις.
Μ: Καταλαβαίνω πολύ καλά. Το ξέρεις ότι καταλαβαίνω. Μαζί ζούμε ό,τι ζούμε, μην το ξεχνάς αυτό. Απλά δεν καταλαβαίνω γιατί ενώ σου είπα τις προάλλες τι πρόκειται να γίνει, σου μίλησα για τους πιθανούς κινδύνους των επιλογών που έκανες, εσύ για ακόμη μια φορά τα αψήφησες όλα και δεν κράτησες τίποτα απ'όσα σου είπα.
Κ: Κράτησα.
Μ: Δεν κράτησες. Έκανες πως κράτησες. Και πάλι θα μου πεις αυτό που έχω ακούσει να λες συνεχώς και που εν μέρει το αντιλαμβάνομαι, αλλά δε μπορώ άλλο να το ανεχτώ: Χτυπάς δυνατά, και δε μπορείς να το ελέγξεις, και φοβάσαι, και πονάς και πρέπει γρήγορα κάτι να γίνει για να μη νιώθεις έτσι. Τα ξέρω όλα αυτά. Εκεί είμαι, τα βλέπω. Τη στιγμή που τα παθαίνεις εγώ σου μιλάω και σου λέω να ηρεμήσεις, να σκεφτείς για μισό λεπτό λογικά, να πάρεις μια ανάσα και να το ξαναδείς. Αλλά εσύ δεν κάνεις τίποτα απ'όλα αυτά. Έτσι δεν είναι Κ?
Δεν του απάντησε, έγνεψε καταφατικά και σκούπισε τη μύτη της. Το Μ γονάτισε κι έκατσε δίπλα της ξεφυσώντας για την κατάσταση στην οποία την έβλεπε και προσπαθώντας να στύψει το μυαλό του για να βρει μια λύση.
Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του και το Μ τη χάιδεψε απαλά, νιώθοντας ενοχές για ό,τι της είχε σούρει, αλλά αυτή ήταν η δουλειά του κι έπρεπε να κάνει αυτό ακριβώς για το οποίο είχε φτιαχτεί.
Κ: Εγώ κι εσύ είμαστε πολύ διαφορετικοί, το ξέρεις?
Μ: Το ξέρω.
Κ: Και ποτέ δε θα βρούμε άκρη, το ξέρεις?
Μ: Το ξέρω κι αυτό.
Κ: Πάντα θα κάνω ό,τι μου'ρθει κι εσύ πάντα θα με κατσαδιάζεις και θα μου λες ότι καλώς έπαθα ό,τι έπαθα.
Μ: Είναι αλήθεια.
Κ: Και τώρα τι θα κάνουμε?
Μ: Άστο πάνω μου. Κάτι θα τη βάλω να σκεφτεί όταν ξυπνήσει. Εσύ προς το παρόν πήγαινε λίγο κοιμήσου κι άσε να δω τι μπορώ να κάνω.
Κ: Δε μπορώ να τη βλέπω κι αυτή άλλο έτσι, αλλά όσο κι αν προσπαθώ να μην πονάω, πονάω. Τι να κάνω? Εσύ θα μου πεις τι να κάνω.
Μ: Τίποτα. Μόλις ξυπνήσει το πρωί θα δούμε σε τι κατάσταση θα βρίσκεται και αναλόγως θα πράξω. Κάτι θα τη βάλω να σκεφτεί, ίσως κάτι που της αρέσει ή κάτι που την ευχαριστεί με κάποιο τρόπο. Άλλωστε θα πάρει καιρό να συνέλθετε και οι δύο. Δεν υπάρχει λόγος να βιαζόμαστε.
Κ: Θα πάνε όλα καλά όμως ε;
Μ: Βέβαια θα πάνε. Απλά θέλει λίγο χρόνο κι όλα θα γίνουν. Δε γίνεται να τρέξει ο χρόνος, το ξέρεις. Τα έχουμε συζητήσει και μαζί του. Πρέπει να κάνεις υπομονή. Άλλωστε πάντα δε σου έλεγα ότι θα έρθει μια μέρα που όλα αυτά θα μοιάζουν μακρινά, σαν ένα άσχημο όνειρο, σα μια κακή μέρα. Και θα είναι πολύ μακρινά και πολύ απλούστερα.
Κ: Ευτυχώς που είσαι κι εσύ εδώ, έστω κι αν σε επισκιάζω μερικές φορές.
Μ: Σςςςς. Μη λες τίποτα άλλο πια. Όλα θα πάνε καλά και για σένα και γι'αυτή, την πως την είπαμε?
Κ: Κοπέλα νομίζω.
Μ: Τότε θα πάνε και γι'αυτή την κοπέλα όλα καλά. Ούτως ή άλλως, κυρίως γι'αυτή την κοπέλα γίνονται όλα και κυρίως γι'αυτή την κοπέλα υπάρχουμε κι εμείς οι δύο.
Κ: Όντως. Είναι αλήθεια. Είναι καλή κοπέλα.
Μ: Εσύ είσαι καλή, γι'αυτό είναι κι αυτή καλή.
Κ: Το λες αλήθεια? Είμαι όντως καλή?
Μ: Απ' τις καλύτερες. Απλά υπερνιώθεις. Αλλά θα το φτιάξουμε κι αυτό σιγά σιγά.
Κ: Δε θέλω να υπερνιώθω. Θα κάνεις κάτι γι'αυτό;
Μ: Προς το παρόν θα κάνω κάτι γι'αυτήν εδώ την κοπέλα μόλις ξυπνήσει. Θα ακολουθήσεις θέλεις, δε θέλεις. Δε γίνεται αλλιώς.
Η Κ δε μίλησε. Έκλεισε τα μάτια της και συνέχισε να ακουμπά στον ώμο του Μ. Το Μ της χάιδευε το χέρι και σκεφτόταν όλα τα χαρακτηριστικά της κοπέλας για την οποία γίνονταν όλα, ώστε να σκεφτεί κάτι καλό για να την κάνει να αισθανθεί καλύτερα. Είχε ακόμη περίπου έξι ώρες να σκεφτεί μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι της. Κοίταξε για λίγο την Κ και πίστεψε ότι κοιμήθηκε. Έκλεισε κι αυτός τα μάτια του και ήταν βέβαιος πως ό,τι κι αν έλεγε στην Κ, αργά ή γρήγορα θα ξαναγινόταν χίλια κομμάτια κι εκείνος θα την ξαναμάλωνε σα να ήταν πέντε χρονών παιδί. Έτσι κι αλλιώς γι'αυτό είχαν δημιουργηθεί αυτά τα δύο όργανα. Το ένα για να σκέφτεται και το άλλο για να γίνεται σμπαράλια.
Άνοιξε για λίγο τα μάτια του και κοίταξε την πολυθρόνα του σκεπτόμενος πόσο πολύ θα ήθελε να καθόταν εκεί. Δεν κουνήθηκε όμως. Έγειρε κι αυτός πάνω στην Κ και κοιμήθηκαν εκεί. Μέχρι τις 7.00 το πρωί που χτύπησε το ξυπνητήρι της κοπέλας και που ήταν η ώρα τα πράγματα να γίνουν όπως ήταν να γίνουν και να πάνε όπως έπρεπε να πάνε.




Όπου Κ και Μ: καρδιά και μυαλό αντίστοιχα.











Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου