4 Νοεμβρίου 2015

Άτιτλο

«Εγώ δεν παίζω άλλο» είπε και άρχισε να απομακρύνεται απ’ το τσούρμο με τα παιδιά. Δεν τον ήξερα, τον έβλεπα συχνά στην πλατεία όμως δεν είχαμε μιλήσει ποτέ. Ωστόσο είχα ήδη προλάβει να προσέξω τα μεγάλα του μάτια. Όλοι έδειξαν να δυσανασχετούν με την αποχώρηση του. Οι φωνές μπερδεμένες μεταξύ τους, ούρλιαζαν «που πας ρε» με μεγάλη πικρία. Εκείνος δεν έδωσε σημασία. Απομακρύνθηκε.
«Αφήστε τον ρε, πάμε εμείς» είπανε οι υπόλοιποι, κι αφού κάποιοι κοντοστάθηκαν και τον κοίταξαν για λίγο ακόμα, καταλαβαίνοντας ότι η προσπάθεια τους είναι μάταιη, ακολούθησαν τους άλλους και βρέθηκαν στην άκρη της πλατείας να φτιάχνουνε ξανά απ’ την αρχή τις ομάδες για το παιχνίδι τους.
Κάθισα λίγο και τον κοίταξα. Πήγε σε ένα παγκάκι κι έκατσε. Δίπλα κάποια άλλα παιδιά, είχαν κάτσει στις πλάκες της πλατείας και κάτι συζητούσανε που τους έκανε να γελάνε πολύ δυνατά. Τον κοιτούσα που τους παρακολουθούσε θλιμμένος και ταυτόχρονα προσπαθούσε να συγκρατήσει το μειδίαμά του για την ευχάριστη εικόνα που έβλεπε, μην τυχόν και χαλάσει η θλιμμένη εικόνα του παιδιού στο παγκάκι. Τα κατάφερνε όμως. Έβαλε τα πόδια του πάνω στο παγκάκι και στη γροθιά του ακούμπησε παραπονεμένα το κεφάλι του. Κοιτούσε κάτω και ήμουν πολύ περίεργη να μάθω τι ήταν αυτό που τον έθλιβε τόσο πολύ.
Η πλατεία ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Τα παιδιά από πριν ήδη ξεκίνησαν το νέο γύρο στο παιχνίδι τους και οι φωνές τους πλημμύριζαν το σύμπαν. Δυο γιαγιάδες κι ένας παππούς, καθόντουσαν σε ένα παγκάκι λίγο πιο δίπλα απ’ το θλιμμένο παιδί που ήθελα τόσο να γνωρίσω, και έτρωγαν παγωτό. Σίγουρα θα σχολίαζαν πόσο άλλαξαν όλα από τότε που έζησαν οι ίδιοι ως παιδιά και μαζί με τη γλυκιά γεύση του παγωτού γεύονταν και μια νοσταλγική μελαγχολία για τα παιδικά τους χρόνια. 
Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, έφηβοι και οι δύο, κοιτάζονταν στα μάτια και έδιναν όρκους αγάπης κι έρωτα. Το αγόρι λίγο ψηλότερο από το κορίτσι την κοίταζε όπως κάθε κορίτσι θα ήθελε να την κοιτάζει ένα αγόρι. Το κορίτσι χαμογελούσε συνέχεια και ντροπαλά τον φιλούσε πότε στα χείλη, πότε στο μάγουλο και πότε τον αγκάλιαζε κι έκλειναν και οι δύο τα μάτια για να ζήσουν την έντονη αυτή στιγμή τους όπως της άρμοζε.
Όσο για μένα, είχα καθίσει κάτω από ένα τεράστιο δέντρο ακριβώς απέναντι απ’ το παγκάκι του θλιμμένου αγοριού. Δεν έπαιζα στην πλατεία. Δε μου άρεσε. Μιλούσα με ελάχιστα παιδιά κι έπειτα πήγαινα σπίτι. Από πριν παρακολουθούσα το παιχνίδι όλων αυτών των παιδιών και μου τράβηξε την προσοχή η άρνηση του αγοριού να συνεχίσει να παίζει μαζί τους. Όμως, είχε και πολύ μεγάλα μάτια. Και δυο τρεις φορές που κατά τύχη το βλέμμα του έπεσε πάνω μου, ήταν αρκετές για να τα προσέξω.
Τον είδα να σηκώνεται. Ή τώρα θα πήγαινα ή ποτέ. Έπρεπε να τον γνωρίσω. Έπρεπε να μάθω τι τον έθλιβε τόσο.
Σηκώθηκα αποφασιστικά κι εγώ, τίναξα το φόρεμα μου από τα χώματα και νιώθοντας την καρδιά μου να χτυπάει πολύ δυνατά όπως όταν ρωτάω κάτι σημαντικό τη μαμά μου και περιμένω την έγκρισή της, πήγα προς το μέρος του. Εκείνη τη στιγμή που έφτασα μια ανάσα μακριά του, κούμπωσε τη ζακέτα του και άρπαξε το νερό του.

Με κοίταξε θλιμμένος και με μια κούραση. Του χαμογέλασα διακριτικά και έπρεπε εντός ολίγων δευτερολέπτων να μιλήσω. Θα έφευγε... Και δεν ήθελα να φύγει.
«Γιατί έφυγες έτσι από το παιχνίδι πριν;» ρώτησα κάνοντας την αρχή.
«Δεν ξέρω. Μάλλον βαρέθηκα. Εσύ γιατί ποτέ δεν παίζεις μαζί μας;»
«Που ξέρεις ότι δεν παίζω;»
«Σε έχω δει πολλές φορές. Κάθεσαι κάτω απ’ αυτό το δέντρο και μας κοιτάζεις. Και τώρα εκεί καθόσουν» μου είπε και φάνηκε να ξέρει καλά τις συνήθειες μου στην πλατεία.
«Δεν παίζω με άλλα παιδιά. Λίγες φορές έχω παίξει. Γιατί έφυγες;»
«Σου είπα! Βαρέθηκα. Και τώρα θα πάω σπίτι μου.» απάντησε και με ένα σάλτο πήδηξε το παγκάκι και άρχισε να προχωράει προς την έξοδο της πλατείας.
«Ε. Περίμενε…» του φώναξα και έτρεξα να τον προλάβω.
Σταμάτησε και περίμενε. Του χαμογέλασα ξανά και για πρώτη φορά μου χαμογέλασε κι εκείνος.
«Γιατί δεν παίζεις με άλλα παιδιά;» με ρώτησε καθώς ξεκινήσαμε να περπατάμε και η πλατεία με την τρομερή οχλαγωγία ζωής ξεμάκραινε.
«Δε μου αρέσει σου είπα. Φάνηκες θλιμμένος πριν.»
«Το ξέρω. Γιατί δε σ’ αρέσει; Σ’ αρέσει περισσότερο το δέντρο σου;»
«Γιατί είσαι θλιμμένος;»
«Δεν ξέρω» απάντησε και συνέχισε «κι εσύ θλιμμένη φαίνεσαι τις περισσότερες φορές.»
Δεν είπα τίποτα. Συνεχίσαμε να περπατάμε στο δρόμο και είχε ήδη σουρουπώσει. Προχωρούσαμε αμίλητοι, ωστόσο η ατμόσφαιρα ήταν πολύ οικεία. 
Κοντοστάθηκε για λίγο και σταμάτησα κι εγώ. Ήταν αρκετά ψηλότερος μου και τότε θυμήθηκα το αγόρι με το κορίτσι που είχα δει πριν λίγο στην πλατεία να δίνουν όρκους αγάπης κι έρωτα. Κοιταχτήκαμε για λίγο, διαπίστωσα ότι τα μάτια του ήταν πολύ μεγάλα όπως ακριβώς είχα διακρίνει νωρίτερα, και ήταν πολύ όμορφα με μεγάλες βλεφαρίδες. Με κοίταξε κι εκείνος, ίσως να σκέφτηκε ότι είμαι κοντύτερη ή ότι κι εγώ έχω ωραία μάτια, αλλά αυτό δε θα το μάθω ποτέ.
« Δε σου πάει το δέντρο πάντως. Πρέπει να παίξεις μαζί μας.»
«Κι εσένα δε σου πάει να είσαι θλιμμένος. Δε θα παίξω μαζί σας. Δεν παίζω με άλλα παιδιά, στο είπα.»
«Τότε θα συνεχίσω να είμαι θλιμμένος.» μου είπε και έστριψε αμέσως για το σπίτι του.
Την επόμενη φορά, ανάμεσα στην οχλαγωγία ζωής της πλατείας, άφησα το δέντρο μου κι εκείνος το παγκάκι του και για πρώτη φορά παίξαμε μαζί.  Τότε παρατήρησα τα λακκάκια του κι εκείνος τις φακίδες μου.
«Είσαι καθόλου θλιμμένος;» τον ρώτησα στο γυρισμό.
Δεν απάντησε. Κρατούσε τη μπάλα του και ξαφνικά σταμάτησε να περπατάει. Μου γύρισε την πλάτη και τράβηξε την τσάντα του. Την άνοιξε και κάτι έβγαλε. Όσο περίμενα να δω τι σκαρώνει, παρατήρησα την πλατεία που αχνοφαινόταν στο βάθος του δρόμου. Χαμογέλασα για λίγο σκεπτόμενη το παιχνίδι μας. «Είναι καθόλου θλιμμένος άραγε;» αναρωτήθηκα ξανά και σα να άκουσε τη σκέψη μου γύρισε, έβαλε κάτι στην τσάντα του και μου έδωσε τη μπάλα.
Δύο μεγάλα ζωγραφιστά μάτια και ένα τεράστιο χαμόγελο μου έλυσαν την απορία.
Από τότε κι έπειτα δεν έκατσα ποτέ ξανά στο δέντρο μου... Ούτε κι εκείνος στο παγκάκι του…






ΚΒ
                                                                                                           

2 σχόλια:

  1. Η θλιψη επικοινωνει απο μονη της! Αλλα δε σ'αφηνει να επικονωνησεις ποτε..ρε ποσο παραδοξο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή