11 Οκτωβρίου 2013

Η Μαίρη και η άλλη..

΄΄Κοίταξε το μεγάλο, κρεμαστό ρολόι στον τοίχο του σαλονιού της.
Οχτώ και δέκα.
Πλησίασε τον καθρέφτη της. Χαμογέλασε.
«Καλή είμαι» σκέφτηκε από μέσα της και γέλασε με τον εαυτό της. Ένα στριφτό χρειαζόταν για να αποβάλει το άγχος της. Ένα ωραίο, φρέσκο στριφτό. Το έβαλε στα χείλη της και αμέσως αποτυπώθηκε το κραγιόν της στο λευκό φίλτρο του στριφτού της. Πήρε το κουτί με τα σπίρτα, διάλεξε ένα, το τράβηξε στο γυαλόχαρτο και το μπουρλότιασε αμέσως. Άναψε το στριφτό και άφησε μια τεράστια κηλίδα καπνού να της ξεφύγει από τα χείλη. Ο χαμένος καπνός σύντομα εξαφανίστηκε μέσα στους τέσσερις τοίχους του σαλονιού και το δωμάτιο μύρισε τσιγάρο.
Κατευθύνθηκε στο παράθυρο και φύσηξε ένα μεγάλο κύμα καπνού πάνω στο τζάμι.
«Μπα, που να τον πάρει ο διάολος, ακόμη εδώ είναι.» ψιθύρισε και ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Ο γεράκος με τη λατέρνα ήταν ακόμη εκεί, στεκόταν καρτερικά στην ίδια ακριβώς θέση με αυτή που τον έβλεπε σχεδόν καθημερινά κάτω από το διαμέρισμά της. Συχνά φορούσε τα ίδια ρούχα κι ακόμη πιο συχνά έπαιζε ακριβώς τα ίδια τραγούδια. Κάθε μέρα, για τουλάχιστον μισή ώρα, στεκόταν εκεί, αμείλικτος και ανέκφραστος κουρδίζοντας τη λατέρνα. Μια λατέρνα ψόφια, η οποία μετά βίας έπαιζε και μετά βίας κινούταν. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Κάθε μέρα την έπαιρνε και την πήγαινε την καθιερωμένη τους βόλτα με μια μισάωρη στάση για ξαπόστεμα κάτω από το διαμέρισμά της.
Γύρισε ξανά το κεφάλι της στο ρολόι. Οχτώ και είκοσι.
Ξανακοίταξε τον γέρο. Η μελωδία του «ας ερχόσουν για λίγο» είχε πλημμυρίσει όλη τη γειτονιά. Πότε-πότε επισκιαζόταν από κάποια βιαστική μηχανή, ή από κάποια ενοχλητική κόρνα, όμως σύντομα ξαναερχόταν ολοκάθαρη στα αυτιά όλων. Οι περισσότεροι περαστικοί τον προσπερνούσαν και δε του έδιναν καμία σημασία. Πόσο την ενοχλούσε όταν το έβλεπε. Πόσο την ενοχλούσε που κανείς δε του έριχνε την παραμικρή ματιά, ή ακόμη κι αν κάποιος το έκανε ήταν απλά μηχανικό και φευγαλέο. Κανείς, όσο καιρό τον παρακολουθεί από το παράθυρό της, δε στάθηκε για μια στιγμή να τον κοιτάξει, να του χαμογελάσει, να τον πλησιάσει. Όλοι τον προσπερνούσαν σα να μην υπήρχε, σα να μην είχε καμία θέση εκεί στο πεζοδρόμιο, δίπλα από το μοναδικό παγκάκι με το δέντρο από δίπλα. Όμως εκείνος, δε νοιαζόταν. Κάθε μέρα πήγαινε εκεί, με την φίλη του τη λατέρνα, να χαζέψουν το δρόμο, τους Αθηναίους, τα αυτοκίνητα, την κίνηση, να νιώσουν το ψυχρό αεράκι του χειμώνα ή τη ζεστή ατμόσφαιρα του καλοκαιριού.
Οχτώ και τριάντα.
Ο γέρος σταμάτησε να κουρδίζει την λατέρνα. Σηκώθηκε από το παγκάκι, κούμπωσε το μπουφάν του, έβαλε το κασκέτο του και τράβηξε τη φίλη του από το χέρι για να φύγουν.
«Ώρα για ύπνο» σκέφτηκε και σκοτείνιασε. Γύρισε την πλάτη της στο γέρο με τη λατέρνα και το βλέμμα της έπεσε στο ρολόι: Οχτώ και τριάντα δύο. Έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι και με αργό βηματισμό κατευθύνθηκε στον καθρέφτη που κοιταζόταν λίγο νωρίτερα.
Στάθηκε μπροστά του και κοίταξε το είδωλό της κατάματα. Το κόκκινο κραγιόν ήταν ακόμη εκεί, σταθερό, όπως πριν από τόση ώρα που το είχε φορέσει. Τα μαύρα μάτια της γυάλιζαν και φαίνονταν μεγαλύτερα μ’αυτά που τους είχε βάλει. Τα μαλλιά της, ολόισια έπεφταν χύμα μέχρι τους ώμους, και μύριζαν άρωμα και καπνό. Ο λευκός γιακάς του φορέματος της ατσαλάκωτος, σα να μη φορέθηκε ποτέ, σα να μην την άγγιξε κανένα χέρι στο λαιμό. Μόνο αυτά μπορούσε να διακρίνει. Μόνο αυτά έβλεπε και τίποτα άλλο.
Σήκωσε το χέρι της και συνεχίζοντας να κοιτάζει το είδωλό της κατάματα, τράβηξε με μιας μια ευθεία στα χείλη με την παλάμη της κι άλλη μια κάθετη στα μάτια της. Τώρα όλα, είχαν μουτζουρωθεί. Το μαύρο είχε γίνει ένα με το κόκκινο κι εκείνη ανέκφραστη και ψυχρή όπως πάντα, συνέχιζε να μουτζουρώνει το πρόσωπό της. Συνέχιζε να μπερδεύει το χρώμα των χειλιών της με το χρώμα των ματιών της. Έπειτα, είχαν σειρά τα μαλλιά της. Έβαλε τις παλάμες τις στις άκρες του κεφαλιού της και με πολύ γρήγορες κινήσεις  τα ανακάτεψε. Λίγο πριν αφήσει τα χέρια της να κρεμαστούν για να θαυμάσει το επίτευγμά της, έπιασε τον ολόλευκο γιακά και σκούπισε τα χρώματα που είχαν ξεβάψει στα χέρια της.
«Τώρα είμαστε εντάξει» είπε και άφησε τα χέρια της να κρεμαστούν, κοιτάζοντας αυτή τη φορά το πραγματικό της είδωλο.
Στεκόταν εκεί, με την ειλικρινή ψυχρότητα του προσώπου της κι όχι με τη δήθεν ομορφιά που έβλεπε νωρίτερα. Αυτό που έβλεπε τώρα, ήταν αυτό που πραγματικά ήταν: ταλαιπωρημένη, μπερδεμένη και πάνω απ’όλα μόνη. Μόνη μέσα σε ένα διαμέρισμα, να περιμένει κάποιον. Διότι κάποιον περίμενε. Κάποιος μπορεί να την πρόσεχε εκείνη τη μέρα, να της χτύπαγε την πόρτα, να της έφερνε ένα κουτί με κουλουράκια κι εκείνη να προσέφερε έναν καφέ. Περίμενε ότι εκείνη η μέρα ίσως να ήταν η μέρα. Η μέρα που δε θα την προσπερνούσε κανείς φευγαλέα, η μέρα που θα άνοιγε το παράθυρο του σαλονιού για να μην ενοχλεί ο καπνός της τον καλεσμένο της, η μέρα που θα απολάμβανε μαζί με κάποιον ακόμη τη μουσική του γέρου με τη λατέρνα.
Νόμιζε, ότι εκείνη θα ήταν η μέρα που θα έπαυε να ήταν έστω για λίγο μόνη της.
Ξανακοίταξε το μεγάλο, κρεμαστό ρολόι στον τοίχο του σαλονιού της.
Εννιά πάρα είκοσι. Πήγε στο παράθυρο. Ο γέρος με τη λατέρνα είχε εξαφανιστεί. Το ίδιο και η τύπισσα με το ωραίο κραγιόν και τον ολόλευκο γιακά.
«Ίσως αύριο…» ψιθύρισε και τράβηξε την κουρτίνα στο παράθυρο.΄΄












Κ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου