22 Αυγούστου 2012

Raveni.

Τέτοια ώρα μιλούσαμε στα τηλέφωνα για να συνεννοηθούμε τι ώρα θα ανέβουμε στην πλατεία, αν θα κάτσουμε να φάμε και αν θα πάμε σε κανένα πανηγύρι σε άλλο χωριό.
Κατά τις 9.30 η πλατεία  ήταν γεμάτη, τα τραπέζια στον Μπάμπη ήταν καλυμμένα με καλαμάκια, πατάτες τηγανητές, τζατζίκι και πολλές μπίρες.
Οι παππούδες κάθονταν στο καφενείο και σχολίαζαν μεταξύ τους ότι οι εποχές έχουν αλλάξει και η νεολαία πια δε χαιρετάει.
Εμείς περιμέναμε λίγο να περάσει η ώρα για να κάτσουμε να φάμε ώστε να μην έχει τόσο κόσμο και αργήσει το φαγητό. Κατά τη διάρκεια της αναμονής ο ένας γκρίνιαζε γιατί πεινούσε, ο άλλος ήθελε να καπνίσει αλλά δε μπορούσε γιατί ήταν η γιαγιά του στην πλατεία κι εγώ έλεγα "άντε να βγούνε οι βάσεις να ξεμπερδεύουμε".
Μετά που καθόμασταν να φάμε τσακωνόμασταν γιατί ο ένας ήθελε κοντοσούβλι που δεν αρέσει στον άλλον, ο άλλος ήθελε κανονικό σουβλάκι αλλά φοβόταν μη του το φέρουν λάθος και εγώ πάλι  έλεγα "άμα καπνίσω εδώ λέτε να με δει καμιά θεία μου?"
Μόλις τρώγαμε, και αφού από το τραπέζι έχουνε περάσει όλοι για να χαιρετήσουν, σηκωνόμασταν και εξαφανιζόμασταν στο παλιό, πέτρινο σχολείο για να ξεχαρμανιάσουμε από την στέρηση του τσιγάρου.
Βασικά εγώ κάπνιζα όπου να' ναι, δεν είχα τέτοια θέματα. Φανταστείτε ότι μέσα στο κομοδίνο του δωματίου μου στο σπίτι, ξέχασα ένα μπουκάλι νερό με αποτσίγαρα, που σημαίνει ότι σε κάνα μήνα θα μας πάρουν τηλέφωνο να μας πούνε ότι η γιαγιά μου έπαθε έμφραγμα.
Γύρω στις 12 με 1 όλοι κρυώναμε και τρέχαμε σπίτια μας για να πάρουμε ζακέτες, Όσοι φορούσαμε σορτσάκια, σαγιονάρες και λοιπά αλλάζαμε και βάζαμε τζιν, all star και φούτερ.
Ένα βράδυ γύρω στις 2 μαζευτήκαμε δέκα άτομα και κατεβήκαμε στο νεκροταφείο του χωριού.
Κάτσαμε απ' έξω για κάνα μισάωρο και κάναμε τσιγάρο μέχρι να αποφασίσει κάποιος να κάνει την αρχή για να μπει μέσα. Η αλήθεια είναι ότι όλοι φοβόμασταν -ακόμη και τα αγόρια-  γιατί το βράδυ στο χωριό αγριεύεσαι από την τρομακτική ησυχία που επικρατεί και το μαύρο σκοτάδι. Ειδικά στο νεκροταφείο το μόνο φως που βλέπαμε ήταν τα καντήλια που ήταν αναμμένα. Αφού λοιπόν βλέπαμε ότι κανείς δεν έκανε το πρώτο βήμα να εισέλθει,  άρχιζαν να μας δελεάζουν με χρήματα.
"Σου δίνω 10 ευρώ για να μπεις" κανείς ..

"Σου δίνω 50" πάλι κανείς.

"Σου δίνω 100" ...

Κανείς δεν έμπαινε. Αποφασίσαμε να μπούμε όλοι μαζί. Αφού ανοίξαμε προσεκτικά την πόρτα για να μην ακουστεί η καμπάνα που κρεμόταν ακριβώς από πάνω της και τρομάξει το χωριό νομίζοντας ότι κάποιος πέθανε, περπατούσαμε διστακτικά σε μπούγιο.
"Μην τρομάξεις" μου είπε ο ένας που στεκόταν δίπλα μου.
Φτάσαμε μέχρι τον τελευταίο τάφο και κάναμε μεταβολή να γυρίσουμε.
Εκείνη την αναθεματισμένη στιγμή, ακούστηκε μια φωνή τσιρίδα, εμφανίστηκε από το πουθενά ένας άντρας γυμνός από τη μέση και πάνω να ουρλιάζει "που πάαααααααααααατεεεεεεεεεεεεεεεεεεε???"
Ακόμη κι εγώ που ήμουν προειδοποιημένη τρόμαξα. Ξαφνικά όλοι άρχισαν να σπρώχνουν από την τρομάρα τους και ο ένας που ήταν μπροστά γρατζούνισε τον από πίσω τόσο άγρια που ο άλλος παραπονιόταν για ώρα.
Ήταν μια φάρσα η οποία ομολογώ ότι αν δε μου την είχαν πει θα είχα μείνει στον τόπο σίγουρα.
Εκείνο το βράδυ έμαθα το μύθο του Καβαλάρη που βγαίνει με το άλογό του από το ποτάμι του χωριού μου, και άλλες τέτοιου τύπου τρομακτικές ιστορίες.
Έπειτα βλέπαμε τα αστέρια στο παλιό, πέτρινο σχολείο το οποίο εμείς το αποκαλούμε Κούλα. Λέγεται έτσι γιατί παλιά "Κούλα" αποκαλούσαν τις πλατείες ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
Τα αστέρια ήταν πάμπολλα και κάθε δέκα λεπτά όλο και κάποιος θα φώναζε "ααα έπεσε ένα αστέρι". Όλα τα κεφάλια στρέφονταν στον ουρανό και επικρατούσε μια απόλυτη σιγή. Μέχρι που ξαναέπεφτε κάποιο και ακουγόταν ξανά η ίδια ατάκα.
Στα πανηγύρια βαριόμασταν τις χαιρετούρες. Χαιρέτα τη θεία του θείου της προγιαγιάς της γιαγιάς σου, χαιρέτα τον 18ο ξάδερφο που έχεις, πες του τι κάνεις στη ζωή σου και μετά χασμουρήσου από το μάτι.
Στο τελευταίο πανηγύρι που οι περισσότεροι κάτσαμε μέχρι το πρωί για να δούμε το ξακουστό πιπέρι να το χορεύουν οι νεαροί άντρες του χωριού, έπεσε το ξύλο της αρκούδας!
Όποιος δεν το "έτριβε" σωστά, άρπαζε και μια με τη ζώνη.
Μετά τα πανηγύρια το χωριό αδειάζει. Άντε το πολύ μια μέρα ακόμη και μετά νέκρα.
Όπως καταλάβατε πήγα στο χωριό μου. Ναι εκείνο το χωριό που είχα κράξει κάποτε εδώ μέσα. Δεν είχα κράξει ακριβώς το χωριό βασικά, αλλά περισσότερο κάποιους ανθρώπους του.
Είχα να πάω Αύγουστο στο χωριό από το 2009. Τελικά πήγα φέτος και ομολογώ ότι ίσως πέρασα καλύτερα από κάθε άλλη φορά.
Ήμασταν όλοι ήρεμοι, πλέον έχουμε μεγαλώσει και δεν υπάρχουν αυτές οι μικρότητες, αυτές οι παρεξηγήσεις του τύπου "μου πήρε την κόκα κόλα μου και δεν της μιλάω", πλέον μπορούμε όλοι σχεδόν να συνυπάρξουμε, ΣΧΕΔΟΝ, και να κάνουμε παρέα λιώνοντας στην αγωνία και τη δηλωτή που είναι must παιχνίδι τράπουλας τουλάχιστον στο δικό μου χωριό. Δεν έχεις πολλές επιλογές στο χωριό. Πρέπει να έχεις καλή παρέα, ζακέτες, all star και τράπουλες.
Αυτή την ηρεμία και την ελευθερία που νιώθεις εκεί, δε τη νιώθεις πουθενά αλλού τελικά.
Δε μετανιώνω που το έχω κράξει, γιατί του χρειαζόταν. Απλά μετά σκέφτηκα ότι πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα μισώ θανάσιμα, ή που θα μισούν εμένα θανάσιμα.
Δε μπορώ να είμαι συμπαθής σε όλους, όπως ούτε και όλοι μπορούν να είναι συμπαθείς σε εμένα.
Απλά τελικά όταν επιστρέφεις σε έναν τόπο που κάποτε περνούσες τρεις μήνες το καλοκαίρι, και θυμάσαι όλες εκείνες τις αναμνήσεις είτε καλές, είτε κακές, χαμογελάς.
Και εγώ χαμογέλασα και γέλασα πάρα πολύ στο χωριό με την αναδρομή που κάναμε κάποιες φορές σε εκείνα τα καλοκαίρια.
Για το παρατσούκλι που μου είχαν βγάλει, για το κρυφτό, για το γύρω-γύρω, για το πόσο με αντιπαθούσαν όλοι χωρίς συγκεκριμένο λόγο και γενικά για όλα εκείνα που θύμιζαν σε όλους μας εκείνα τα καλοκαίρια.
Και κάτι τελευταίο και κλείνω.
Θυμάμαι στο παλιό μου σπίτι, ένα κοριτσάκι στην απέναντι πολυκατοικία. Όλο το καλοκαίρι καθόταν με τις ώρες στο μπαλκόνι με τη γιαγιά του και τραγουδούσε μόνο του ή έκλαιγε περιμένοντας τη μαμά του να έρθει να το πάρει.
Το παρατηρούσαμε με την αδερφή μου και νιώθαμε τόσο τυχερές που στην ηλικία αυτού του κοριτσιού -γύρω στα 7 με 8 δηλαδή- εμείς παίζαμε ξέγνοιαστες στο χωριό.
Εκεί το εκτίμησα πραγματικά και αποφάσισα ότι τελικά είχα έναν ακόμη παραπάνω λόγο για να πάω φέτος και να κάτσω δύο εβδομάδες.
Μπορεί πλέον να μην είναι όπως ήταν, μπορεί η νεολαία να έρχεται κυριολεκτικά πέντε μέρες και μετά να φεύγει, μπορεί ακόμη να υπάρχουν άνθρωποι που δε γουστάρω καθόλου και δε με γουστάρουν καθόλου, αλλά για ακόμη μια φορά ένιωσα αυτό το γαμημένο συναίσθημα που ένιωθα όταν ήμουν 10 χρονών και έφευγα από το χωριό για να γυρίσω στην Αθήνα: μελαγχολία.






Κ.

3 σχόλια:

  1. Σκέψου ότι κι εγώ, που έιμαι 20, τώρα νιώθω σαν εκείνο σας το απέναντι κοριτσάκι, που δεν είχε ποτέ του χωριό να πάει να παίξει το καλοκαίρι, ή τουλάχιστον είχε χωριό αλλά δε το άφηναν ποτέ να βγει απτο σπίτι και να πάει να βρει παιδάκια να παίξει. Ωραίο πράγμα να έχεις όμορφες παιδικές αναμνησεις :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. αλήθεια,το χωριό που περιγράφεις μήπως είναι στην Ικαρία;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όχι. Δεν είναι στην Ικαρία ούτε γενικότερα σε νησί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή