30 Ιουνίου 2017

σοβαρότερα ζητήματα

Άναψε το Marlboro και το ρούφηξε ως το μεδούλι. Ούτε που ξέρει πως βρέθηκε αυτό το πακέτο στην τσάντα της και ούτε που καταλαβαίνει πια γιατί κάποτε αυτά τα τσιγάρα ήταν ό,τι καλύτερο είχε γευτεί ποτέ. Φύσηξε το λευκό καπνό ίσια μπροστά της, σα να είχε υπολογίσει ακριβώς την πορεία του και εκείνος, όπως πάντα, ανυπάκουος και στυφός ξέφυγε από την πορεία του και χάθηκε στο πλήθος.
Το πλήθος. Το πανικόβλητο αυτό πλήθος που τρέχει πάνω κάτω να ζήσει ό,τι προλαβαίνει, να αισθανθεί ό,τι μπορεί, ό,τι του βγει, ό,τι προκύψει. Το πανικόβλητο πλήθος που θέλει να γαμήσει, να ξεκαυλώσει, να έρθει στα ίσια του γιατί δεν αντέχει άλλο, δε μπορεί. Να κάνει καριέρα, να βαριέται την καριέρα του, να γκρινιάζει για όλα, να θέλει διακοπές, να θέλει έρωτες, να μη θέλει όμως και τίποτα. Το πανικόβλητο αυτό πλήθος που θέλει φίλους, καλοκαιρινές ταράτσες, μπύρες, θάλασσες, ανατολές και δύσεις. Μια επαναλαμβανόμενη ρουτίνα. Ένα διαρκές τίποτα.
Έπιασε πάλι τον εαυτό της να τα μηδενίζει όλα κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Ήταν δείγμα πως κάτι φοβερό και τρομερό την ενοχλούσε. Ίσως  πάλι να μην την ενοχλούσε και τίποτα. Ίσως απλά να μην είχε αλλάξει και τόσο όσο πίστευε. Ίσως μόνο να είχε καταφέρει με φοβερή μαεστρία να θάψει τον παλιό της εαυτό. Εκείνον που κάθε φορά που κοιτούσε το αριστερό της χέρι και έβλεπε τα καλλιγραφικά γράμματα να στιγματίζουν την πάνω πλευρά του καρπού της, της θύμιζε πόσο αντίθετα πήγε απ’ αυτό που ήθελε και που κάποτε ήταν όλα όσα είχε και δεν είχε. Ίσως.
 Με μια κίνηση του αντίχειρα τίναξε τη γόπα της ξεκαυλώνοντας την κι αυτήν από τη στάχτη που κόντευε να της κάψει τα δάχτυλα. Μισή τζούρα ακόμη και το πιο σημαντικό της τσιγάρο θα βρισκόταν σε κάποιο πεζοδρόμιο – απ’ αυτά που μοιράζεται μαζί με το πλήθος. Ναι, το πανικόβλητο. Θα το άφηνε εκεί να σιγοκαίει μέχρι η καύτρα να σβήσει τελειωτικά μια ακόμη καλοφτιαγμένη και σαλιωμένη γόπα με την ένδειξη Marlboro.
Θα έφευγε από εκεί. Τι να κάτσει να κάνει. Διόλου την ένοιαζε να παρατηρήσει το τσιγάρο να σιγοκαίει. Είχε να ασχοληθεί με σοβαρότερα ζητήματα. Πάντα έχει να ασχοληθεί με σοβαρότερα ζητήματα, μόνο που αν τη ρωτήσει κανείς ποια είναι αυτά, δεν ξέρει να απαντήσει.
Έστρωσε καλύτερα την αηδία που φορούσε χρόνια τώρα στο αριστερό της χέρι για να κρύβει όσο μπορεί τον παλιό της εαυτό και συνέχισε να προχωράει νιώθοντας τη σκοτεινή της πλευρά που τόσο μισούσε πλέον, να την καταβροχθίζει ολοένα και περισσότερο.
Ιδρωμένη και εκνευρισμένη, ήθελε  να τρέξει πίσω να μαζέψει το σημαντικό της τσιγάρο και να το βάλει στην τσάντα της για να θυμάται ότι εκείνο το τσιγάρο ήταν το τσιγάρο που κάπνισε όταν κατάλαβε για ακόμη μια φορά πως πρέπει να είναι πολύ προσεκτική με τους γύρω της. Με το πανικόβλητο πλήθος. Με τους ανθρώπους από το πανικόβλητο πλήθος που από τύχη σκόνταψε πάνω τους.
Η σκοτεινή της πλευρά αναδύθηκε από τα βάθη του είναι της, απλά και μόνο γιατί εκτέθηκε ανεπανόρθωτα. Θα άναβε κι άλλο ένα τσιγάρο τώρα, μα δε θέλει να έχει δύο τσιγάρα να της θυμίζουν τη σημαντικότητα αυτής της στιγμής – της στιγμής που νιώθει αφόρητη ντροπή για όσα είπε και για όσα έδειξε.
Με γρήγορο βήμα όπως πάντα συνέχισε να περπατάει ανάμεσα στο πανικόβλητο πλήθος  που έτρεχε πάλι πάνω κάτω για να προλάβει να ζήσει, να φιλήσει, να γελάσει, να κλάψει, να φωνάξει, να ουρλιάξει, να σιωπήσει, να πει λόγια, λόγια, λόγια..
Λόγια.
Στα αυτιά της ηχούσε ακόμη το τραγούδι του JMSN και παρότι δεν το άκουγε εκείνη τη στιγμή, στο μυαλό της έπαιζε ολοκάθαρα το βιντεοκλίπ  με τον ίδιο σε ασπρόμαυρο, μελαγχολικό και βροχερό φόντο να καταδιώκει παντού το αντικείμενο του πόθου του, ρουφώντας με την ίδια σκοτεινή μανία κάποιο Marlboro όπως έκανε κι εκείνη πρωτύτερα.
Σκέφτηκε ότι μοιάζει μαζί του λόγω της σκοτεινιάς και του τσιγάρου, κι ύστερα αφού δε μπορούσε να του το επικοινωνήσει όπως θα ήθελε, κατάλαβε κάτι που τη σκοτείνιασε κι άλλο: είχε πάθει εμμονή, όπως ακριβώς και ο JMSN.
Συνειδητοποιώντας την οριακή συμφορά που τη βρήκε, το πρώτο πράγμα που ήθελε ήταν ένα ποτό. Ένα ποτό που πρώτα θα της έκαιγε για λίγο το λαρύγγι, μετά θα της ζέσταινε τον οισοφάγο και το τελικό και επιθυμητό αποτέλεσμα θα ήταν να της μουδιάσει για λίγο το μυαλό, την εμμονή, τη σκοτεινή της πλευρά.
Είχε μια σκοτεινή πλευρά που δεν έβγαινε πλέον συχνά στην επιφάνεια. Όταν την ένιωθε να βγαίνει, την έπνιγε με κάθε περίτεχνο τρόπο. Αυτή τη φορά όμως, δε μπορούσε να πνίξει τίποτα – κι αυτό την καθιστούσε ανήμπορη, κάτι που σιχαινόταν. Είχε πάντοτε τον έλεγχο.
----------------------
Ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού της και άρχισε να γδύνεται. Πετούσε δεξιά κι αριστερά τα ρούχα της, πρώτα τη φούστα που φορούσε στη δουλειά, μετά τα πέδιλα, ύστερα τη μπλούζα και τελικά με σβηστά φώτα και κατεβασμένα παντζούρια, έβαλε να πιει. Εκτός από σημαντικό τσιγάρο, χρειαζόταν και ένα σημαντικό ποτό.
Ήπιε μια γουλιά που πρώτα της έκαψε για λίγο το λαρύγγι, μετά της ζέστανε τον οισοφάγο και ως τελικό και επιθυμητό αποτέλεσμα, της μούδιασε για λίγο το μυαλό, αλλά όχι την εμμονή, ούτε τη σκοτεινή της πλευρά. Πάντως σχεδόν πήγαν όλα όπως τα σχεδίασε νωρίτερα. Έπειτα έκλεισε για ένα λεπτό τα μάτια κι ενώ ήθελε σαν τρελή να βάλει το γνωστό τραγούδι να παίζει, δεν το έκανε.
«Ευτυχώς που υπάρχει το stop» ψιθύρισε με ένα μειδίαμα στα χείλη και ήπιε άλλη μια γουλιά.
«Ευτυχώς που υπάρχει το stop και στα τραγούδια αλλά και στους ανθρώπους από το πανικόβλητο πλήθος» ξαναείπε γελώντας ειρωνικά…
«Ώρα να το πατήσω» ψιθύρισε ξανά και ήταν η στιγμή που το σημαντικό ποτό άρχισε να μουδιάζει την εμμονή της…





Κ.